- εντυγχάνοις
- ἐντυγχάνοιςἐντυγχάνωlight upon: pres opt act 2nd sg
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἐντυγχάνοις — ἐντυγχάνω light upon pres opt act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνοδοιπόρος — ο, ΝΜΑ σύντροφος στην οδοιπορία, αυτός που βαδίζει μαζί με άλλον (α. «τὸν ἐν πολέμοις ὄντα σοι καλὸν συνοδοιπόρον», Πρόδρ. β. «συνοδοιπόρον ἢ σύμπλουν ἢ εἴ τῳ ἄλλῳ ἐντυγχάνοις», Ξεν.) νεοελλ. μτφ. αυτός που συμπορεύεται ιδεολογικά και πολιτικά με … Dictionary of Greek